freeforum.gr

δοκιμαστική λειτουργία - συμβουλές καλόδεχτες

Εργατικό κόστος και ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομί

User avatar
osho_st
Site Admin
Posts: 312
Joined: Tue Feb 11, 2014 12:04 am

Εργατικό κόστος και ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομί

Postby osho_st » Tue Feb 11, 2014 6:13 pm

Εργατικό κόστος και ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομί

http://www.leftlab.gr/tiki-download_file.php?fileId=83
Ο μύθος
Εξαιρετικά διαδεδομένη είναι (και) στην χώρα μας η άποψη ότι το υψηλό εργατικό κόστος, έμμεσο και άμεσο, αποτελεί τροχοπέδη στην οικονομική ανάπτυξη και στην αύξηση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας. Αυτό, κατ’ αρχήν, υποστήριξε με έμφαση ο Υπουργός των Οικονομικών σε μια από τις πρόσφατες τηλεοπτικές συνεντεύξεις του στον κυβερνητικό δημοσιογράφο Πρετεντέρη.
Όμως, δεν είναι η πρώτη φορά που οι αποδοχές των μισθωτών και το εργατικό εισόδημα εν γένει κατηγορούνται για την αδυναμία επιβίωσης των επιχειρήσεων στο σύγχρονο δυσμενές οικονομικό περιβάλλον, συνεπώς για την αύξηση της ανεργίας που προκύπτει από το κλείσιμο των επιχειρήσεων και τις αναγκαστικές απολύσεις των ζημιογόνων εταιρειών.
Στα κείμενα πολλά κείμενα όπως η Πράσινη Βίβλος της ΕΕ για τον εκσυγχρονισμό της εργατικής νομοθεσίας το 2006 ή μνημόνιο το 2010, αλλά ακόμη και στην αιτιολογική έκθεση του πρόσφατου πολυνομοσχεδίου της Κατσέλη, οι ρυθμίσεις που αφορούν στις εργασιακές σχέσεις και κυρίως αυτές που αποσκοπούν στην μείωση του εργατικού κόστους στον ιδιωτικό και στον δημόσιο τομέα υιοθετούνται «με σκοπό την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας και την βελτίωση του ρυθμού ανάπτυξής της».
Στην πλέον πρόσφατη εκδοχή της η δικαιολόγηση του μύθου επιχειρείται από την τελευταία έκθεση της Credit Suisse, η οποία καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι μισθοί στην Ελλάδα, την Ιρλανδία και την Ισπανία χρειάζεται να μειωθούν από 8% έως 10% τα επόμενα πέντε χρόνια για να μπορέσουν οι οικονομίες τους να είναι 5% πιο ανταγωνιστικές έναντι της Γερμανίας από ό,τι ήταν 10 χρόνια πριν.
Η κατάρρευση του μύθου
Κατ’ αρχήν, θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι η ανταγωνιστικότητα εξαρτάται από πολλούς παράγοντες μεταξύ των οποίων είναι και οι μισθοί. Μάλιστα οι μισθοί επηρεάζουν άμεσα μόνον μια πλευρά της ανταγωνιστικότητας που είναι η ανταγωνιστικότητα κόστους.
Άλλωστε, ο μύθος του υψηλού εργασιακού κόστους καταρρίπτεται πανηγυρικά στην περίπτωση της Ελλάδας. Πρώτον, γιατί το κόστος εργασίας στην Ελλάδα ήταν εξαιρετικά χαμηλό συγκρινόμενο αναλογικά με το αντίστοιχο πολλών άλλων χωρών στην Ευρωπαϊκή Ένωση και υψηλότερο μόνον από χώρες όπως η Κορέα, η Ταϊβάν και η Τσεχία.
Ωριαίο κόστος εργασίας στον κλάδο της μεταποίησης το 2008, βάση 100 = Γαλλία

Δεύτερον, διότι το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος, την περίοδο 1995-2009, αυξήθηκε κατά 1%, ενώ το επίπεδο ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας κατά την ίδια περίοδο επιδεινώθηκε κατά -26,8%. Επιπλέον, όπως προκύπτει από τα επίσημα στοιχεία της Ε.Ε. στην διάρκεια των ετών 2000-2009 το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος στο σύνολο της ελληνικής οικονομίας, συγκειρνόμενο με το αντίστοιχο μέγεθος στις 35 βιομηχανικές χώρες, σε εθνικά νομίσματα, αυξήθηκε συνολικά κατά 2%. Αυτό σημαίνει ότι σχεδόν ολόκληρη η αύξηση του σταθμισμένου μοναδιαίου κόστους εργασίας σε δολάρια (18,7%) οφείλεται στις μεταβολές της ονομαστικής σταθμισμένης συναλλαγματικής ισοτιμίας δηλαδή στην ανατίμηση του ευρώ.
Έτσι, ο ισχυρισμός ότι η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας επιδεινώθηκε εξαιτίας των αυξήσεων των μισθών αποδεικνύεται παντελώς λανθασμένος1.
Ειδικότερα, οι επιχειρήσεις στις οποίες το κόστος εργασίας μειώθηκε ή έμεινε σταθερό έχουν πάντοτε την επιλογή να αυξήσουν τα περιθώρια κέρδους αντί να βελτιώσουν την ανταγωνιστικότητά τους. Σύμφωνα με την εμπειρική παρατήρηση οι μειώσεις του κόστους εργασίας του 2010 δεν μετατράπηκαν σε βελτίωση της ανταγωνιστικότητας, αλλά σε αύξηση των περιθωρίων κέρδους (μέσω αυξήσεων στις τιμές). Μάλιστα, από την εξέταση των σχετικών στοιχείων κατά την διάρκεια της τελευταίας εικοσαετίας, διαπιστώνεται ότι φαινόμενο της διεύρυνσης των περιθωρίων κέρδους σε βάρος της ανταγωνιστικότητας, επαναλαμβάνεται στην Ελλάδα συστηματικά, όχι μόνο για μια χρονιά, αλλά για τις περισσότερες2
Το ίδιο έωλο είναι, αντίστοιχα, και το επιχείρημα ότι το δήθεν υψηλό εργασιακό κόστος αποτελεί τον κυριότερο παράγοντα για την προτίμηση των εργοδοτών στις ευέλικτες εργασιακές σχέσεις ή ακόμη και στην αδήλωτη απασχόληση. Εντούτοις, τα ποσοστά μερικής και προσωρινής απασχόλησης στην Ελλάδα διατηρήθηκαν πριν το μνημόνιο σε χαμηλά για τα ευρωπαϊκά δεδομένα επίπεδα, ενώ η περαιτέρω μείωση του εργασιακού κόστους μετά το μνημόνιο όχι μόνο δεν συνεπάγεται τον περιορισμό της ευελιξίας, αλλά αντιθέτως μια σημαντική υποχώρηση της κανονικής-πλήρους εργασίας.
Μάλιστα, όσο χαμηλότερο είναι το εργασιακό κόστος, όπως για παράδειγμα συμβαίνει με τους νέους και τους νεοεισερχόμενους στην αγορά εργασίας, τόσο υψηλότερα είναι τα ποσοστά ευέλικτων εργασιακών σχέσεων.
Η επίσημη ομολογία της κατάρρευσης του μύθου
Η παραδοχή περί την κατάρρευση της –κατά τα λοιπά- κυρίαρχης άποψης περί σύνδεσης της μείωσης των αποδοχών με την αύξηση της ανταγωνιστικότητας προέρχεται πολλές φορές από εκεί από όπου δεν προσδοκάται.
Για παράδειγμα στην Κύπρο, η Ομοσπονδία Εργοδοτών και Βιομηχάνων εξέδωσε πρόσφατα μια εμπεριστατωμένη έρευνα αναφορικά με την ανταγωνιστικότητα, στην οποία οι επιχειρήσεις μέλη της ΟΕΒ επισημαίνουν ως κυριότερα προβλήματα τα πάντα εκτός από το εργατικό κόστος κα με σειρά σοβαρότητα τα εξής: κόστος δανειοδότησης (επιτόκια), ρευστότητα, συνεργασία με κρατικές υπηρεσίες και το κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας.
Αντίστοιχα ο Πρόεδρος του ΣΕΒ, Δημήτρης Δασκαλόπουλος, δηλώνει κατηγορηματικά, ήδη, πριν το μνημόνιο (Απρίλιος 2010) ότι «θέση μας, που εκφράζει, πλέον, όλους τους εργοδοτικούς φορείς τις χώρας, είναι ότι δεν χρειάζεται να υπάρξουν μειώσεις μισθών στον ιδιωτικό τομέα, αρκεί να γίνουν οι αναγκαίες διαρθρωτικές αλλαγές που θα απελευθερώσουν την επιχειρηματική δράση από την ασφυξία που θα της προκαλεί το κράτος. Η αύξηση της ανταγωνιστικότητας μπορεί να επιτευχθεί και χωρίς μείωση μισθών»3.
Η πιο χαρακτηριστική, βέβαια, κατάρριψη του εν λόγω μύθου προέρχεται από την ίδια την Υπουργό Εργασίας, στο πολύκροτο άρθρο της στο Βήμα με τον «επίσημο» τίτλο «Αναζητώντας την χαμένη ανταγωνιστικότητα». Στο άρθρο αυτό η Υπουργός, αναφερόμενη, μάλιστα και σε συγκριτικά στοιχεία από έρευνες του ΟΟΣΑ, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι περικοπές μισθών στον ιδιωτικό τομέα, κακώς θεωρούνται από ορισμένους (!) αναλυτές ως το κατάλληλο φάρμακο για την αύξηση της ανταγωνιστικότητας.
Δεν είναι, όμως, αθώα αυτή η παραδοχή του αυταπόδεικτου. Εκτός από τους προφανείς λόγους αναγκαίου λαϊκισμού και θόλωσης των νερών για την επιβίωση της κυβερνητικής πολιτικής, η προσέγγιση αυτή στοχεύει στην δόμηση και μάλιστα με γοργούς ρυθμούς της δικαιολογητικής βάσης για την επίθεση σε άλλα κοινωνικά δικαιώματα των εργαζομένων.
Απαλλάσσοντας στην ουσία τους μισθούς των εργαζομένων στην Ελλάδα από τις κατηγορίες που τους αποδίδονται, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η χαμένη ανταγωνιστικότητα πρέπει να αναζητηθεί στην συρρίκνωση του μη –μισθολογικού κόστους εργασίας, το οποίο περιλαμβάνει το υψηλό φορολογικό βάρος και την επιβάρυνση των εργοδοτών από τις εισφορές κοινωνικής ασφάλισης. Προς επίρρωση του ισχυρισμού της ότι είναι υψηλό το συνολικό εργασιακό κόστος και όχι οι μισθοί αναφέρει ότι το μη μισθολογικό κόστος αντιπροσωπεύει το 41,5% του συνολικού εργατικού κόστους στην Ελλάδα.
Πηγή: ΟΟΣΑ

Η αναζήτηση «νέων» μύθων
Επειδή προφανώς γίνονται κατανοητές οι υφεσιακές συνέπειες της συρρίκνωσης του εισοδήματος των εργατικών νοικοκυριών και επειδή η κατανάλωση εξακολουθεί να θεωρείται παράγοντας αύξησης της ζήτησης, αναζητούνται πλέον οι αναγκαίες δικαιολογητικές βάσεις για την απαλλαγή των εργοδοτών από τις εργοδοτικές κοινωνικό-ασφαλιστικές τους υποχρεώσεις. Η ίδια η Υπουργός στο άρθρο της αναφέρει σαν σημαντικές πρωτοβουλίες για την μείωση της ανεργίας την εξαγγελία των προγραμμάτων επιδότησης των εργοδοτικών εισφορών μέσω ΟΑΕΔ.
Εκτός από την προσπάθεια κατάρριψης και αυτού του μύθου αναφορικά με την θετική λειτουργία αυτών των προγραμμάτων κάλυψης του μη μισθολογικού κόστους απέναντι στην λαίλαπα της ανεργίας, είναι απαραίτητο να επισημανθεί ότι η οικεία επιδίωξη της κυβερνητικής πλευράς εντάσσεται στα πλαίσια του «νέου» εργασιακού προτύπου, στο οποίο η έμμεση κοινωνική αυτοχρηματοδότηση της απασχόλησης των ανέργων αποτελεί μια από τις βασικές παραμέτρους λειτουργίας της αγοράς εργασίας για το μέλλον.


Η απελευθέρωση από το γνωστό.

Return to “Οικονομία”

cron