freeforum.gr

δοκιμαστική λειτουργία - συμβουλές καλόδεχτες

Προσεγγίζοντας την έννοια του δικαίου.

User avatar
caprica_st
Posts: 166
Joined: Sat Feb 15, 2014 9:06 pm

Προσεγγίζοντας την έννοια του δικαίου.

Postby caprica_st » Fri Apr 13, 2018 9:31 am

Μια διάχυτη άποψη σε όλη την δύση, ανάμεσα στους λιγότερο ευνοημένους πολίτες μέχρι και τα "κατακάθια" της κοινωνίας, είναι πως το δίκαιο, γενικότερα το νομικό σύστημα και φυσικά τα όργανα επιβολής της τάξης, είναι δομημένα στον καπιταλιστικό κόσμο, ώστε να υπερασπίζονται τα συμφέροντα της αστικής τάξης, και δευτερευόντως, να προσφέρουν υπηρεσίες στο κοινωνικό σύνολο, εφόσον όμως αυτές οι υπηρεσίες δεν έρχονται σε αντίθεση με τα συμφέροντα των πλέον ισχυρών. Κατ εξαίρεση και μόνο, οι ισχυροί όταν γίνει φανερό ευρύτερα ότι το έχουν παρακάνει, μπορεί να τύχουν κάποιας τιμωρίας, συνήθως τιμωρίας αναλογικά μικρότερης.

Ένα ενδιαφέρον σχετικά κείμενο, που πραγματεύεται το θέμα, με αυτή την γενική λογική, και επισημαίνοντας τις αντίθετες απόψεις αλλά και κάποια σημεία που το δίκαιο έρχεται να στηρίξει ένα κοινωνικό συμβόλαιο, θα βρείτε στην παραπομπή.

http://www.theseis.com/index.php?option ... &Itemid=29

Από εκεί αντιγράφω ένα μικρό μέρος. Στην παραπομπή θα βρείτε και αρκετή βιβλιογραφία που πάνω της, στηρίζεται το κείμενο.

Το δίκαιο του κεφαλαίου. Λειτουργίες του νομικού συστήματος στον καπιταλισμό

........
.........
.....
4.7. Η δικαστική επίρρωση του δικαίου του κεφαλαίου


Βάση των νομικών ιδεολογιών και πρακτικών είναι η δικαστική ανεξαρτησία που εγγυάται την αδέκαστη εφαρμογή του νόμου και των λοιπών ιδανικών του «κράτους δικαίου». Αυτό μας φαίνεται αδιανόητο από εννοιολογική άποψη. Εάν θεωρήσουμε ότι ο δικαστής εφαρμόζει τον νόμο, τότε είναι απόλυτα εξαρτημένος από το δίκαιο του κεφαλαίου. Βρίσκεται δηλαδή στην υπηρεσία της κυρίαρχης τάξης που επέβαλε τους κανόνες, ανεξάρτητα από τις προθέσεις του, όπως ο υπάλληλος που εκτελεί μια παραγγελία ανεξάρτητα από τις προσωπικές προτιμήσεις του. Το να εμφανίζεται αυτό ως δικαστική ανεξαρτησία συνιστά αντιστροφή της σημασίας των λέξεων.

Εάν εννοήσουμε, αντιθέτως, ότι ο δικαστής εφαρμόζει ό, τι ο ίδιος θεωρεί ως δίκαιο ανεξαρτήτως νόμων, τότε εφαρμόζει ένα εναλλακτικό πρόγραμμα κοινωνικής ρύθμισης, στο πρότυπο του Γάλλου «καλού δικαστή» Magnaud που με τις αποφάσεις του προστάτευε τους κατατρεγμένους. Αυτό δεν δηλώνει ωστόσο ανεξαρτησία, αλλά αυθαιρεσία, παραβίαση των καθηκόντων του, κατάχρηση εξουσίας.

Αυτό δείχνει ότι η δικαστική ανεξαρτησία συνιστά φενακιστική έννοια. Οι δικαστές πάντα εξαρτώνται από ένα κανονιστικό πρόγραμμα. Στις συνηθισμένες υποθέσεις (easy cases), εφαρμόζεται η νομική πρόβλεψη, η οποία, όπως είδαμε, έχει αποτελέσματα απόκρυψης και επιλεκτικότητας. Αποκρύπτει τις πραγματικές σχέσεις εξουσίας και εφαρμόζει το δίκαιο με τους φακούς της κυρίαρχης ιδεολογίας.

Διαφορετική είναι η κατάσταση στις υποθέσεις που θεωρούνται «δύσκολες», λόγω μεγάλης αμφισβήτησης στα πραγματικά περιστατικά ή στη νομική βάση (hard cases). Εδώ τα δικαστήρια χρησιμοποιούν αόριστες έννοιες: αναλογικότητα, ισότητα, κατάσταση ανάγκης, επιείκεια, αλληλεγγύη, δημόσιο συμφέρον, καλή πίστη, «περιστάσεις».

Αυτός ο τρόπος επιχειρηματολογίας επιτρέπει τη νομιμοποίηση των πιο ποικίλων αποφάσεων, ανάλογα με τις προτιμήσεις του δικαστή και την πολιτική πίεση που δέχεται. Και επιτρέπει στους δικαστές να αποδεχθούν αποφάσεις των άλλων εξουσιών με αξιοσέβαστο νομικό περικάλυμμα. Ποικίλες δικονομικές και ουσιαστικές κατασκευές αποβλέπουν στο ίδιο αποτέλεσμα.

Στις υποθέσεις της ευρωπαϊκής κρίσης που παρουσιάσαμε, τα δικαστήρια ακολουθούν την εξής συλλογιστική πορεία.
Αρχικά, ασκούν ένα ρόλο ηθικολόγου, εξαίροντας βασικές αρχές όπως η ισότητα και η αλληλεγγύη και τονίζοντας ότι τα βάρη της κρίσης πρέπει να μοιράζονται με δίκαιο τρόπο. Ακολούθως, επισημαίνουν ότι ο δικαστικός έλεγχος πρέπει να είναι περιορισμένος, σεβόμενος τη διακριτική ευχέρεια του νομοθέτη, η οποία απορρέει από τη δημοκρατική του νομιμοποίηση και την αρχή της διάκρισης εξουσιών. Σε ένα τρίτο στάδιο, επισημαίνουν ότι σε περιόδους κρίσης είναι καθοριστικό νομικό επιχείρημα ο κίνδυνος πτώχευσης του κράτους και η ανάγκη για περικοπές και δημοσιονομική ισορροπία που δικαιολογούν «θυσίες» συμφερόντων και δικαιωμάτων. Πρόκειται για το επιχείρημα ανάγκη-εξαίρεση. Είναι γνωστό ότι οι πολιτικοί καταφεύγουν κατά κόρο στο επιχείρημα της κατάστασης ανάγκης για να δικαιολογήσουν τα μνημονιακά μέτρα, ως «αναγκαία» όπως το πικρό φάρμακο.44 Τα δικαστήρια χρησιμοποιούν το ίδιο επιχείρημα για να παραβιάσουν ισχύοντες κανόνες, και τους δίνουν νομική αίγλη αναφερόμενοι στο επιχείρημα της αναλογικότητας που εξετάζει (και συνήθως επιβεβαιώνει) τον εύλογο και πρόσφορο χαρακτήρα των περιορισμών.

Περαιτέρω βασικό επιχείρημα είναι το δημόσιο συμφέρον. Πρόκειται για μια τελείως αφηρημένη ρήτρα που χρησιμοποιείται για να υποβαθμίσει την προσβολή ατομικών δικαιωμάτων. Το δημόσιο συμφέρον θεωρείται ρητά ή σιωπηρά ανώτερο από το ατομικό και προσφέρει τη βάση για δικαιολόγηση των μέτρων.45 Το γιατί τα μνημονιακά μέτρα εξυπηρετούν το δημόσιο συμφέρον και όχι τα συμφέροντα συγκεκριμένων τάξεων και ατόμων δεν εξηγείται από τα δικαστήρια. Αρκεί η παραπομπή στη διακριτική ευχέρεια του νομοθέτη.

Με βάση αυτά τα έωλα επιχειρήματα τα δικαστήρια αποφασίζουν ότι τα μέτρα που θίγουν δικαιώματα είναι συνταγματικά, επιβεβαιώνοντας την απόφαση των άλλων εξουσιών. Μια συγκριτική εξέταση της νομολογίας έδειξε ότι υπάρχει ομοφωνία σε διάφορες χώρες της ΕΕ. Τα δικαστήρια, αγνοώντας ενίοτε την προηγούμενη νομολογία τους, αποδέχονται γενικά τα μνημονιακά μέτρα, δημιουργώντας ένα διακρατικό «μέτωπο» με βάση το δημόσιο συμφέρον και την κατάσταση ανάγκης και χρησιμοποιώντας την αρχή της αναλογικότητας ως απλό πρόσχημα (τα μέτρα δεν είναι «προδήλως» δυσανάλογα, οι πολίτες δεν πεθαίνουν της πείνας) (Contiades, 2013: 14, 32-33).

Ο δικαστικός έλεγχος συνταγματικότητας οδηγεί στη ακύρωση μνημονιακών νόμων μόνο σε κραυγαλέες περιπτώσεις περιορισμού δικαιωμάτων και πραγματοποιώντας οριακές διορθώσεις. Και σε αυτές όμως τις περιπτώσεις, η κυβέρνηση αγνοεί τη δικαστική εντολή. Αυτό συνέβη στην Ιταλία, όπου μετά από την προαναφερθείσα απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου, η κυβέρνηση Renzi επέστρεψε μέρος μόνον των οφειλομένων στους συνταξιούχους, αποκλείοντας εκείνους που λάμβαναν μεγαλύτερες συντάξεις και βαφτίζοντας την επιστροφή «bonus».46

Παρά τις μεγαλοστομίες και τις φιλοσοφικές θεωρήσεις περί ιδιαιτερότητας της δικαστικής εξουσίας και της νομικής επιχειρηματολογίας, η ανάλυση της δικαστικής δραστηριότητας δείχνει ότι πρόκειται για puppets που ακολουθούν τις προσταγές του master, του κεφαλαιακού τρόπου παραγωγής (Λουνάρντι, 2012). Αποκλίνουν από τις αποφάσεις των λοιπών κρατικών οργάνων σε σπάνιες περιπτώσεις, με σκοπό να διατηρήσουν ελπίδες των λαϊκών στρωμάτων. Επιτρέπουν «αναπνοές» που διατηρούν τη συναίνεση εν μέσω της συστηματικής και διαρκούς επίθεσης του κράτους κατά των εργαζομένων (Δημούλης και Λουνάρντι, 2016).



Return to “Ιδεολογίες”

cron