freeforum.gr

δοκιμαστική λειτουργία - συμβουλές καλόδεχτες

Όταν οι μη γλωσσολόγοι κάνουν γλωσσολογία

User avatar
osho_st
Site Admin
Posts: 307
Joined: Tue Feb 11, 2014 12:04 am

Όταν οι μη γλωσσολόγοι κάνουν γλωσσολογία

Postby osho_st » Wed Aug 20, 2014 11:38 am

Αντιγράφω ένα κείμενο που βρίσκω κατατοπιστικό για την κακή συνήθεια που έχουμε να κάνουμε τους ειδικούς σε θέματα που αγνοούμε, και ειδικά στην γλωσσολογία. Από την σελδία:
http://smerdaleos.wordpress.com/2013/12 ... %BF%CE%BB/
Γενικά συνιστώ να διαβάσετε το μπλογκ του συγραφέα για θέματα που άπτονται της γλωσσολογίας.
=============================
Το παρόν άρθρο προέκυψε από ένα σχόλιο του Θανάση το οποίο έκρινα ότι άξιζε ευρύτερη ανάλυση από ένα απλό σχόλιο απάντηση. Το θέμα είναι η άποψη του αρχαιολόγου Χρίστου Ντούμα για την Ινδο-Ευρωπαϊκή γλωσσολογία και τον τρόπο με τον οποίο οι γλωσσολόγοι ετυμολογούν τις λέξεις. Η προσοχή μου εστιάζεται στην πρώτη και άνω μισό της δεύτερης στήλης αυτής της σελίδας.

Πριν ξεκινήσω θέλω να σας θέσω το εξής πρόβλήμα:
Πόσο κάνει το ολοκλήρωμα ∫x^n*e^(-x)dx (χ εις την n επί e εις την μείον χ) ορισμένο από μηδέν ως άπειρο;
Αμέσως, όσοι διαβάζετε αυτό το άρθρο κατατάσσεστε σε τρεις κατηγορίες:
1) Αυτοί που ο μαθηματικός συμβολισμός σας είναι εντελώς ακαταλαβίστικος και σας θυμίζει τα σύμβολα που χρησιμοποιούνται στα κόμιξ Αστερίξ & Οβελίξ για να δηλώσουν βρίσιμο:
2) Αυτοί που έχετε κάποια εξοικείωση με τα μαθηματικά ώστε να κατανοείτε τόσο το συμβολισμό όσο και το ζητούμενο, αλλά ωστόσο δεν είστε σε θέση να υπολογίσετε το συγκεκριμένο ολοκλήρωμα, χωρίς αυτό φυσικά να σημαίνει ότι δεν έχετε ιδέα από μαθηματικά.
3) Τέλος υπάρχετε και εσείς που είστε σε θέση να υπολογίσετε το συγκεκριμένο ολοκλήρωμα και να δώσετε την απάντηση «νι παραγοντικό» (n!).
Αυτό δεν το κάνατε χρησιμοποιώντας κάποιες υπερφυσικές μαντικές ικανότητες αλλά επειδή θυμόσασταν το βασικό στην μεθοδολογία επίλυσης ολοκληρωμάτων θεώρημα που λέει ότι το ολοκλήρωμα:
∫f ‘(x)*g(x)dx = f(x)*g(x) – ∫f(x)*g ‘(x)dx
και , κατά συνέπεια, γράφοντας το e^(-x) σαν (-e^(-x))’ (κλασικό εμπειρικό κόλπο) το ζητούμενο ολοκλήρωμα γίνεται:
∫x^n*(-e^(-x))’dx [ορισμ. o>∞] = -x^n*e(-x) [ορισμ. o>∞] – ∫(x^n)’*(-e^(-x))dx = n∫x^(n-1)*e^(-x)dx , αφού ο πρώτος όρος του δευτέρου μέλους κάνει μηδέν).
Δηλαδή καταλήξαμε στην αναδρομική σχέση I(n)=nI(n-1) την οποία αν εφαρμόσουμε n φορές φτάνουμε στη σχέση:
I(n) = n(n-1)(n-2)…∫1*e(-x)dx [ορισμ. από μηδέν ως άπειρο] = n(n-1)(n-2)…1 => ∫x^n*e^(-x)dx [ορισμ. από μηδέν ως άπειρο] = n!

Έχοντας κατά νου αυτό το παράδειγμα πάμε να διαβάσουμε μαζί το επίμαχο σημείο του άρθρου του κυρίου Ντούμα.
1) Χαρακτηρίζει λίγο πολύ την ΙΕ γλωσσολογία σαν έναν κακό δαίμονα που προσπαθεί να φορέσει ζουρλομανδύα σε μεγάλο μέρος του ελληνικού λεξιλογίου, ώστε να δείξει ότι είναι ΙΕ καταγωγής και όταν δεν μπορεί να φορέσει το ζουρλομανδύα τα πετάει στον «κάδο απορριμμάτων» που ονομάζεται «προελληνικά τοπωνύμια».

2) Κρίνει ως «ανύπαρκτες» τις αποκατεστημένες μορφές στις οποίες οι γλωσσολόγοι προσθέτουν τον αστερίσκο (*) μπροστά για να δείξουν ότι δεν έχουν απαντηθεί/καταγραφεί και αναφέρει σαν ένα τέτοιο παράδειγμα «ανύπαρκτης ρίζας» την ΙΕ ρίζα *seh2wel- από την οποία οι «τρισκατάρατοι» ΙΕστές λένε ότι κατάγεται η λέξη ήλιος.

3) Επιχειρεί να δώσει την δική του «εναλλακτική» ετυμολογία για τις λέξεις ἥλιος, ἕλιξ και ἅλως.

Πριν προχωρήσω παρακάτω πρέπει να πω ότι η συγκεκριμένη πράξη εντάσσεται σε μια γενικότερη τάση όπου οι μη γλωσσολόγοι επιχειρούν να κάνουν γλωσσολογία στη θέση των γλωσσολόγων. Χρησιμοποιώ τον όρο «γλωσσολόγος» όχι με τη στενή σημασία του κατόχου ενός πτυχίου γλωσσολογίας, αλλά με την ευρύτερη σημασία του ανθρώπου που είναι εξοικειωμένος με την γλωσσολογική μεθοδολογία. Τις τελευταίες δεκαετίες στο όνομα της «Νέας Σύνθεσης», με την οποία επιχειρείται να δωθεί λύση στο πρόβλημα του χωροχρονικού προσδιορισμού της ΙΕ κοιτίδας μέσα από μια διεπιστημονική προσέγγιση του θέματος, δεν ήταν λίγα τα περιστατικά όπου μη γλωσσολόγοι όπως γενετιστές σαν τον Luca Cavalli-Sforza και αρχαιολόγοι όπως ο Colin Renfrew προσπάθησαν να δείξουν στους γλωσσολόγους πως να ασκούν το αντικείμενό τους.

Η απάντηση των γλωσσολόγων ήταν μερικές φορές απότομη όπως λ.χ. αυτή του Smith που είπε ότι «η γλωσσολογική θεωρία δεν επηρεάζεται από το γεγονός ότι το αντικείμενό της μπορεί να ενδιαφέρει και άλλους [μη γλωσσολόγους], όπως οι θεωρίες του «υδρολόγου» δεν επηρεάζονται από το φτύσιμο (κοινό χαρακτηριστικό τόσο των «υδρολόγων» όσο και των «μη υδρολόγων»)» ή αυτή ενός ρώσου γλωσσολόγου (του οποίου το επώνυμο δυστυχώς δεν θυμάμαι εκτός από το ότι άρχιζε από «M» και ότι τα λόγια του τα συνάντησα διαβάζοντας το βιβλίο “Language classification by numbers” των McMahon) o οποίος σε ένα από αυτά τα διεπιστημονικά συνέδρια αφού είδε έναν γενετιστή να «επιβεβαιώνει»την άποψη ενός αρχαιολόγου πάνω στις αδυναμίες της ιστορικοσυγκριτικής μεθόδου των γλωσσολόγων είπε ότι ήταν «σαν να βλέπω δύο μεθυσμένους όπου ο ένας έδινε δίκαιο στον άλλο».

Με άλλα λόγια, η διεπιστημονική προσέγγιση είναι εύλογη μόνον όταν ο γενετιστής κάνει γενετική, ο αρχαιολόγος κάνει αρχαιολογία και ο γλωσσολόγος κάνει γλωσσολογία και συναντιούνται για να συζητήσουν τα πορίσματά τους. Αν ο αρχαιολόγος αρχίζει να κάνει γλωσσολογία και ο γλωσσολόγος αρχίζει να να κάνει αρχαιολογία τότε η διεπιστημονική προσέγγιση γίνεται αντιεπιστημονικό μπάχαλο.

Πάμε τώρα στα θέματα που έθιξε ο κύριος Ντούμας.

1) Ο «ζουρλομανδύας» και ο «κάδος απορριμμάτων». Η ΙΕ γλωσσολογική θεωρία ΔΕΝ έχει σαν κεντρικό της θέμα την ελληνική γλώσσα, αλλά όλες τις θυγατρικές ΙΕ γλώσσες. Η ελληνική γλώσσα είναι απλά μία εξ αυτών. Όταν εξετάζουμε την ελληνική γλώσσα σαν θυγατρική ΙΕ γλώσσα δεν κοιτάμε μόνο το λεξιλόγιο, αλλά όλους τους τομείς της γλωσσολογικής ανάλυσης (φωνολογία, μορφολογία, γραμματική, λεξιλόγιο κλπ). Το λεξιλόγιο εξετάζεται μέσα από την συγκριτική μέθοδο όπου επιχειρείται η εύρεση συγγενών όρων (δηλαδή όρων που έχουν κοινή καταγωγή) βάσει φωνολογικών αντιστοιχιών. Δεν είναι κάτι που γίνεται ούτε «στην τύχη» ούτε «στο περίπου» όπως οι ετυμολογίες που προτείνει ο κύριος Ντούμας.

Επίσης, ο κύριος Ντούμας πρέπει να συνειδητοποίησει ότι μία λέξη μπορεί κάλλιστα να είναι και ΙΕ καταγωγής και προελληνική, όπως λ.χ. συμβαίνει με τα ανατολιακά τοπωνύμια τύπου Γόρτυνα, Γυρτώνη και Παρνασσός, Πάρνων. Τα πρώτα μέσα από το λουβιανό gurta = «ακρόπολις» ανάγονται εν τέλει στην ΙΕ ρίζα *ghortos/*ghordhos που έδωσε το Φρυγικό Γόρδιον, το Γερμανικό Stuttgart και το σλαβικό Beligrad. O λόγος για τον οποίο τα εν λόγω ΙΕ τοπωνύμια κρίθηκαν μη ελληνικά πολύ πριν αποκωδικοποιηθούν οι λουβιανές επιγραφές που μας έδωσαν τη λέξη gurta ήταν η παραβίαση του κανόνα της αντιστοιχίας: η ρίζα *ghordhos/*ghortos στα ελληνικά αναμένεται να δώσει χόρτος/κόρθος και πράγματι έχουμε τη λέξη χόρτος που δείχνει την ίδια σημασιολογική τροπή με το αγγλικό garden και το λατινικό hortus. Τα δεύτερα πάλι ανάγονται σε μια ανατολιακή ρίζα *parna- «πέτρα» που με τη σειρά της ανάγεται στην ΙΕ ρίζα *per- «πέτρα».

2) Σχετικά με την «ανυπαρξία» των αποκατεστημένων μορφών. Ο κύριος Ντούμας πρέπει να καταλάβει ότι η ρίζα *seh2wel-«ήλιος» είναι όσο υπαρκτή είναι και η γάτα στα κεραμίδια ενός σπιτιού που δεν την βλέπουμε, αλλά την ακούμε κάθε βράδυ να νιαουρίζει. Δεν έχει σημασία το αν θα τη βρούμε όταν θα την ψάξουμε στα κεραμίδια. Αν είμαστε «τυχεροί» θα την πετύχουμε, αλλά ακόμα και εάν δεν την πετύχουμε η ύπαρξή της στα κεραμίδια δεν αμφισβητείται, γιατί το νιαούρισμα είναι το ίδιο πειστικό όσο και η όψη της.

H πρωτο-ελληνική λέξη *hāwelios στην οποία καταλήγουμε από απλή εξέταση των διαλεκτικών μορφών της ελληνικής (ἡέλιος/ἁέλιος, ἀβέλιος, ἥλιος, ἅλιος) αρκεί να γνωρίζουμε (κάτι που ο κύριος Ντούμας προφανώς αγνοεί όπως θα δείξω παρακάτω) ότι τα ἥλιος/ἅλιος είναι συνηρημένες μορφές όπως ο τύπος έθνη είναι συνηρημένη μορφή του τύπου ἔθνεα και ο τύπος Ἀλκμᾶν είναι δωρική συναίρεση του Ἀλκμᾱϝων που στην Αττικο-Ιωνική έγινε μετά από την τροπή ᾱ>η και την ποσοτική ανομοίωση ηω>εω Ἀλκμέων (λ.χ. ᾱϝώς > ἠώς > Ἐωσφόρος).

Όταν λοιπόν έχεις το πρωτο-ελληνικό *hāwelios και γνωρίζεις ότι η δασεία στην ελληνική στο 99% των περιπτώσεων ανάγεται σε ένα ΙΕ *s (ή άλλη πιο σπάνια περίπτωση είναι να προέρχεται από μετατροπή ενός δίγαμμα λ.χ. *we(kw)sper-> hèsperos ή από το ημιφωνικό *j λ.χ. *jēkwr. > hēpar) τότε ξέρεις ότι ο πρόγονός του είναι ο τύπος *sāwelios για τον οποίο δεν χρειάζεται ιδιαίτερη φαντασία ή γλωσσολογική εμπειρία προκειμένου να θεωρηθεί συγγενής μορφή του λατινικού sol, του πρωτο-βαλτικού τύπου saule, του πρωτο-κελτικού τύπου sawel-, του γοτθικού sauil και των ινδο-ιρανικών τύπων svar/hvar.

Όταν έχεις όλους αυτούς του συγγενείς όρους τότε η αποκατεστημένη μορφή *seh2wel- είναι κυριολεκτικά τόσο πραγματική όσο είναι και η γάτα που δεν βλέπουμε αλλά την ακούμε να νιαουρίζει κάθε βράδυ στα κεραμίδια εξού και η ερώτηση «τι κάνει νιάου νιάου στα κεραμίδια».

3) Πάμε στις ετυμολογίες του κυρίου Ντούμα. Ξεκινάει από την λέξη ἅλς – θάλασσα – για την οποία περιέργως αμφισβητεί την ξεκάθαρη ΙΕ καταγωγή από τη ρίζα *sal-«αλάτι»- και δέχεται σαν πρωτομορφή τον δωρικό συνηρημένο τύπο ἅλιος τον οποίο παράγει από τη λέξη ἄλς και δίνει τη σημασία «αυτό που ανατέλει από τη θάλασσα» δίνοντας με αυτόν τον τρόπο και μία «αυτοχθονική» χροιά στην ανάλυσή του μιας και οι Έλληνες πρέπει να βρίσκονται σε έναν τόπο όπως η Ελλάδα που έχει στα ανατολικά το Αιγαίο για να ονομάσουν τον Ήλιο «αυτό που ανατέλει από τη θάλασσα». Μετά κάνει μια «στο περίπου» μετατροπή του ἅλιος στο «ομηρικό» ἡέλιος χωρίς να μας εξηγήσει από που προέκυψε αυτό το /ε/ και γιατί ο Κρητικός τύπος είναι ἀβέλιος με ένα μυστηριώδες «β» πριν από το επίσης «μυστηριώδες» /ε/.

Εννοείται πως δεν υπάρχει σοβαρός γλωσσολόγος που θα δεχτεί αυτές τις «στο περίπου» μεταβάσεις. Όλοι οι γλωσσολόγοι ξεκινάνε από την πρωτο-ελληνική μορφή *hāwelios της οποίας τον πλησιέστερο απόγονο θεωρούν τον κρητικό τύπο ἀβέλιος που διατήρησε το δίγαμμα μέχρι την ύστερη κλασσική περίοδο όπου το «β» αρχίζει να χρησιμοποιείται για να αποδώσει τον συγκεκριμένο ήχο. Οι μορφές που έχασαν το δίγαμμα χωρίζονται στις συντηρητικές «ασυναίρετες» ἁέλιος/ἡέλιος και στις πιο πρόσφατες «συνηρημένες» ἅλιος/ἥλιος (λ.χ. ἄϝεθλος> ἆθλος, ἔθνεα~ἔθνη, Ἀλκμάων~ Ἀλκμᾶν κλπ).

Πάμε παρακάτω. Ο κύριος Ντούμας βάζει στο παιχνίδι τον όρο ἅλως = φωτεινή/καθαρισμένη περιοχή ~ φωτοστέφανο/αλώνι. Αυτό που ξεχνά είναι ότι η λέξη ἅλως σχετίζεται ετυμολογικά με την ΙΕ ρίζα *seh2wel- «ήλιος».

Η ρίζα *seh2wel- είναι προϊόν λαρυγγικής μετάθεσης (laryngeal metathesis) της πιο πρώιμης μορφής *swelh2- η οποία σχηματίστηκε με την προσθήκη του «συλλογικού» λαρυγγικού h2 στη ρίζα *swel-«καίω,λάμπω» έτσι ώστε να προκύψει ο τύπος *swelh2- «κάτι που καίει/φέγγει έντονα» ~ «που παράγει πολύ φως». Ο αμετάθετος τύπος *swelh2- έχει δώσει στην ελληνική και το σέλας (< *swelh2s ~ κρέϝας < *krewh2s) και την σελήνη (<σελάσ-να λ.χ. αιολικό σελάννᾱ), αλλά και την λέξη ἅλως που έθιξε ο κύριος Ντούμας. Στον μηδενικό βαθμό *swl.h2s- της ρίζας *swelh2s προστέθηκε το επίθημα *-os και προέκυψε η μορφή *swl.h2s-os > *swàlasos > hwàlahos > hàlaos > ἅλως ύστερα από συναίρεση αο>ω όπως στα *twawos > sawos > σάϝος > σάος ~ σῶς (λ.χ. Σαοκράτης ~ Σωκράτης αλλά Κυπριακό Σαϝοκλέϝης ~ Σωκλῆς) και *dhawos > θάϝος ~ θάος ~ θώς και θαῦνον.

Εδώ να σημειωθεί ότι η λέξη ἕλα «η κάψα του ηλίου» προέρχεται από την απλή ρίζα *swel- χωρίς το λαρυγγικό *h2.

Έτσι λ.χ. μπορεί να μην ξέρουμε πολλά για την μακεδονική διάλεκτο, αλλά από τον Αμερία γνωρίζουμε ότι η σωτηρία στην μακεδονική διάλεκτο ήταν σαυτορία (<σαϝ-τορία, όπως το θαῦνον παραπάνω).

Ότι το πρώτο «α» της λέξης ἅλως = αλώνι/φωτοστέφανο προέρχεται από το συλλαβικό ένηχο *l. μας το επιβεβαιώνει πάλι η μακεδονική διάλεκτος. Ο Ιούλιος των Μακεδόνων ήταν γνωστός σας Λώιος (συνήθης μορφή στις επιγραφές), απλοποιημένη μορφή του τύπου Ὀλώιος (πιο σπάνια μορφή στις επιγραφές, αλλά σαφώς ο συντηρητικότερος τύπος). Δεδομένου ότι ο Ιούλιος είναι γνωστός στην νεοελληνική παράδοση σαν «Αλωνάρης» επειδή γίνεται το αλώνισμα και το επίθετο ἁλώιος σημαίνει «αυτός που σχετίζεται με το αλώνι (ἅλως)» είναι λογικό να ετυμολογήσουμε το Ὁλώιος σαν αιολίζουσα παραλλαγή του πρώτου. Γιατί «αιολίζουσα»; Γιατί στις αιολικές διαλέκτους και την αρκαδοκυπριακή συχνά έχουμε τα συλλαβικά υγρά ένηχα να δίνουν oR/Ro αντί για aR/Ra.

Υπογράμμισα και τον επόμενο μακεδονικό μήνα (~Αύγουστο) Γορπιαίο, γιατί και αυτός δείχνει «αιολίζον» «ο» μιας και η συνήθης ετυμολογία του είναι από το *kr.pos που έδωσε την λέξη καρπός (Γορπίᾱς > Γορπιαῖος όπως καρπός > Κάρπιος). Λ.χ. γράφει ο Μιλτιάδης Χατζόπουλος:

– Concerning Γορπιαῖος, Hofmann had already realised that it should be connected with καρπός, the word for fruit in Greek, which makes good sense for a month corresponding roughly to August (cf. the revolutionary month Fructidor). This intuition is confirmed today, on the one hand by the cult of Dionysos Κάρπιος attested in neighbouring Thessaly and, on the other hand, by the variant Γαρπιαῖος showing that we are dealing with a sonorisation of the unvoiced initial consonant, a banal phenomenon in Macedonia, and a double treatment of the semi-vowel /r./, of which there are other examples from both Macedonia and Thessaly.
Miltiades Hatzopoulos, VI International Symposion on Ancient Macedonia, 1999.

Έτσι ο στρατός που προέρχεται από τον τύπο *str.tos στην αιολική έγινε στρότος (και στρότᾱγος ο στρατηγός).

Η λέξη τέταρτος που προέρχεται από τον τύπο *kwetwr.tos στην θεσσαλία απαντά σαν πέτροτος.

Η λέξη αστραπή που προέρχεται από τον τύπο *h2str.pa στην αρκαδοκυπριακή διάλεκτο ήταν στόρπα/στροπά.

Ενώ αρκαδο/μυκηναϊκό κατάλοιπο στην Πελοπόννησο ήταν ο τύπος γροφεύς αντί του γραφεύς.

Αυτά δείχνουν ότι το ζεύγος Ὀλώιος – ἁλῶιος ανάγεται στην μορφή *swl.h2s-os.

Τέλος, ο κύριος Ντούμας θίγει και την ετυμολογία των λέξεων ἕλιξ και ἡλικία. Η ἕλικα ετυμολογείται από όλους τους γλωσσολόγους από την ΙΕ ρίζα *wel-«στρέφω,γυρίζω» (λ.χ. λατιν. volvere, volutio) με τροπή του δίγαμμα σε δασεία (w>h όπως το προαναφερθέν wesper->hèsperos).

Για την ἡλικία, αντίθετα δεν υπάρχει σίγουρη ΙΕ ρίζα, αλλά γνωρίζουμε από την κρητική μορφή βᾱλικία ότι η δασεία προέρχεται από πρωτο-ελληνικό δίγαμμα. Το LSJ δίνει την εξής ΙΕ ετυμολογία : σύνθετο του ΙΕ *swo/e-«ίδιος, εαυτός» και *āli- «μέγεθος» σαν το λατινικό*aequ-ālis. H ετυμολογία αυτή είναι και απίθανη και προβληματική. Το λατινικό επιθετικό επίθημα -ālis δεν έχει καμιά σχέση με την έννοια «μέγεθος» και το υποτιθέμενο σύνθετο *swo-āli-k–στην ελληνική θα γινόταν **ὧλιξ.

Το μόνο που μπορώ να πω με σιγουριά σχετικά με την ετυμολογία της λέξης ἥλιξ/ἅλιξ είναι ότι ήδη ενέχει την σημασία «συνομήλικος» στην παλαιότερη ελληνική και ότι η πρωτο-ελληνική μορφή είχε δίγαμμα ϝᾱλικ-.

Αν θα έπρεπε να βρω μια ΙΕ ετυμολογία τότε θα κρατούσα το ΙΕ *swe- «ίδιος, εαυτός» του LSJ στον e-βαθμό ablaut και θα το τοποθετούσα πρόθημα στη ρίζα *h2el-«αναπτύσσομαι» παίρνοντας τον τύπο *swe-h2l-i-k- > hwālik- > ϝᾶλιξ/ἧλιξ οπότε ικανοποιείται η αρχική σημασία «συνομήλικος».


Η απελευθέρωση από το γνωστό.

Return to “Θέματα σχετικά με την γλώσσα.”